χολοδόχος Save LSJ Bailly 2024 Pape χολο-δόχος, ον, = χοληδόχος, Gal. 2.579. χολο·δόχος, ος, ον, c. χοληδόχος, Gal. 4, 143. χολοδόχος, = χοληδόχος.