Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χονδρῖτις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χολοβαφής
χολοβάφινος
χολόβαφος
χολοδεκτικός
χολοδόχος
χολοειδής
χολόεις
Χολοζύγης
χολοίβαφος
χολοιβόρος
χολοποιός
χόλος
χολόω
χολώδης
χολώμαι
χολώομαι
χολωτός
χονδράκανθος
χονδρεῖον
χονδρεύω
χονδριάω
χονδρίβος
χονδρίλη
χόνδριλλα
χονδρίλλη
χονδρίλος
χόνδρινος
χονδρίον
χονδρίς
χονδρίτης
χονδρῖτις
χονδριωτός
χονδροβολέω
χονδροβολία
χονδροβόλος
χονδροκοπεῖον
χονδροκοπία
χονδροκόπιον
χονδρονευρώδης
χονδροποιητικός
χονδροπτισάνη
χόνδρος
χονδρός
χονδροσύνδεσμος
χονδρότυπος
χονδροφυής
χόνδρυλλα
χονδρώδης
χόνδρωσις
χόννος
χόνος
Χονοῦφις
χοοπλάστης
χοοποίησις
χοοπότης
χοός
χόος
χοότης
χοοφορέω
χοοφορία
χοραγεῖον
…
χονδρῖτις
Save
Pape
χονδρῖτις
, fem. zu χονδρίτης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}