Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χολώομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χολήβαφος
χοληγικός
χοληγός
χοληδόχος
χολημεσία
χολημετέω
χολίκιον
χολικός
χόλιξ
χόλιον
χολίον
χόλιος
χολλάδες
χολλάς
Χολλείδης
χολοβαφής
χολοβάφινος
χολόβαφος
χολοδεκτικός
χολοδόχος
χολοειδής
χολόεις
Χολοζύγης
χολοίβαφος
χολοιβόρος
χολοποιός
χόλος
χολόω
χολώδης
χολώμαι
χολώομαι
χολωτός
χονδράκανθος
χονδρεῖον
χονδρεύω
χονδριάω
χονδρίβος
χονδρίλη
χόνδριλλα
χονδρίλλη
χονδρίλος
χόνδρινος
χονδρίον
χονδρίς
χονδρίτης
χονδρῖτις
χονδριωτός
χονδροβολέω
χονδροβολία
χονδροβόλος
χονδροκοπεῖον
χονδροκοπία
χονδροκόπιον
χονδρονευρώδης
χονδροποιητικός
χονδροπτισάνη
χόνδρος
χονδρός
χονδροσύνδεσμος
χονδρότυπος
χονδροφυής
…
χολώομαι
Save
LSJ
χολ-ώομαι,
= χολόομαι,
Nonn.
D.
5.447, part.
χολωόμενος
ib. 437,
APl.
16.128.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}