χρυσικός
χρυσικός, made in cash:
χρῡσικός, ή, όν,
- made in cash: χρυσικά, τά, cash payments, POxy. 136.13 (vi A. D.); χ. στέφανοι PTeb. 60.102 (ii B. C.), al.
- II = χρύσεος I.2, μέταλλα Eupolem. ap. Alex.Polyh. Fr. 18M.