χρυσεότευκτος
χρῡσεό-τευκτος, ον,
- = χρυσότευκτος (q. v.), Orph. H. 55.18.
χρυσεό·τευκτος, ος, ον [ῡ] fabriqué en or, Orph. H. 54, 18.
Étym. χρ. τεύχω.
χρυσεότευκτος, [ῡ], = χρυσότευκτος ; στέφανος Eur. Med. 984 ; Orph. H. 54.18.