χρυσολαμπίς
χρυσολαμπίς, glowworm
χρυσο-λαμπίς, ίδος, ἡ,
- glow-worm, Phryn. PS p.126 B.
- II a precious stone, Plin. HN 37.156.
χρυσολαμπίς, [ῡ], ίδος, ἡ, = πυγολαμπίς, eigtl. die golden Leuchtende, B.A. 72.