χρυσοκίθαρις
χρυσοκίθαρις, with golden lyre
χρῡσο-κίθᾰρις [κῐ],
- with golden lyre, prob. in Tim. Pers. 215 (χρυσεο- Pap.), cf. Hsch. s.v. χρυσάωρ; also χρῡσο-κίθᾰρος, Suid. s.v. χρυσάορον.
χρυσοκίθαρις, [ῡ], ὁ, = χρυσοκίθαρος, Hesych.