ψαφερός Save LSJ Bailly 2024 Pape ψᾱφερός, ή, όν, Ion. for ψαφαρός (q. v.). ψάφιγμα, v. ψήφισμα. ψαφερός, v. ψαφαρός. ψαφερός, ion. statt ψαφαρός, Hippocr., Hesych.