ψᾶφιγξ
ψᾶφιγξ, = ψῆφος
ψᾶφιγξ, ιγγος, ἡ,
- Aeol. for ψῆφος, κρύπτᾳ ψάφιγγι IG 12(2).526 a.16 (Eresus, iv B. C.), cf. EM 554.52.
ψᾶφιγξ, ιγγος, ἡ, dor. = ψῆφος, EM.