ψεδών Save LSJ Pape ψεδών, όν, = ψίθυρος, Hsch.: cf. ψιδόνες, ψυθῶνες. ψεδών, όνος, = ψιθυρός, Hesych. ψεδόνες λόγοι, auch ψιδόνες u. ψυθόνες führt er an.