Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψεθυρός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψαφαρόγριχος
ψαφαρόθριξ
ψαφαρόομαι
ψαφαρός
ψαφαροχαίτης
ψαφαρόχροος
ψαφαρόχρους
ψαφαρόχρως
ψαφερός
ψᾶφιγξ
ψάφιξξις
ψᾶφος
ψάω
ψε
ψέ
ψέγιος
ψέγμα
ψέγος
ψέγω
ψέδειν
ψεδνόθριξ
ψεδνοκάρην
ψεδνοκάρηνος
ψεδνόομαι
ψεδνός
ψεδνότης
ψεδνόω
ψεδόναι
ψεδυρός
ψεδών
ψεθυρός
ψεῖ
ψειά
ψειαί
ψεινάζει
ψείρει
ψείω
ψεκάδιον
ψεκάζω
ψεκάς
ψεκτέον
ψεκτέος
ψέκτης
ψεκτικός
ψεκτός
ψέλιον
ψελιοποιός
ψελιοφόρος
ψελιόω
ψελίς
ψελλίζω
ψελλινία
ψέλλιον
ψελλιοποιός
ψέλλισμα
ψελλισμός
ψελλιστής
ψελλός
Ψελλός
ψελλότης
ψεμμή
…
ψεθυρός
Save
Pape
ψεθυρός
, = ψιθυρός,
l.d.
bei Aesch.
Suppl
. 1026.
ψεθυρός ²
, s. ψεδυρός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}