Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀβολαία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀβληχές
ἀβληχής
ἀβλήχμων
ἀβληχρέος
ἀβληχρής
ἀβληχροποιός
ἀβληχρός
ἀβληχρώδης
ἀβλιβότυρος
ἀβλίμαστον
ἀβλόη
ἀβλοπές
ἀβλοπία
Ἄβνοβα
Ἀβνοβαῖος
ἀβοαί
ἀβοατί
ἀβόατος
ἀβοεί
Ἀβοζηνός
ἀβοηθησία
ἀβοήθητος
ἀβοηθήτως
ἀβοηθί
ἀβόηθος
ἀβοητί
ἀβόητος
ἀβοίβλαβον
Ἀβοιόκριτος
Ἀβοιώκριτος
ἀβολαία
ἀβολέω
ἀβολητύς
ἀβολήτωρ
ἄβολις
ἀβόλιστος
ἀβολιτίων
ἀβόλλα
Ἄβολλα
Ἀβολλαῖος
ἀβολλεῖς
ἀβόλλης
ἄβολος
Ἄβολος
ἀβόος
Ἀβοράκη
ἀβόρατος
ἀβόρβορος
ἀβορβόρωτος
Ἀβοριγῖνες
ἄβορος
Ἀβόρρας
ἇβος
ἁβός
Ἄβος
ἀβοσκής
ἀβόσκητος
ἄβοστοι
ἀβότανος
Ἄβοτις
Ἀβοτίτης
…
ἀβολαία
Save
LSJ
ἀβολαία (
-βαλ-
cod.)
· συγγραφή, ὁμολογία,
Hsch.
ἀβολεῖς·
περιβολαί
(Sicel.),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}