Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἁβός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀβοηθί
ἀβόηθος
ἀβοητί
ἀβόητος
ἀβοίβλαβον
Ἀβοιόκριτος
Ἀβοιώκριτος
ἀβολαία
ἀβολέω
ἀβολητύς
ἀβολήτωρ
ἄβολις
ἀβόλιστος
ἀβολιτίων
ἀβόλλα
Ἄβολλα
Ἀβολλαῖος
ἀβολλεῖς
ἀβόλλης
ἄβολος
Ἄβολος
ἀβόος
Ἀβοράκη
ἀβόρατος
ἀβόρβορος
ἀβορβόρωτος
Ἀβοριγῖνες
ἄβορος
Ἀβόρρας
ἇβος
ἁβός
Ἄβος
ἀβοσκής
ἀβόσκητος
ἄβοστοι
ἀβότανος
Ἄβοτις
Ἀβοτίτης
ἄβοτος
ἄβοτρυς
Ἀβουδιακόν
Ἀβουκαῖοι
ἀβουκόλητον
ἀβουκόλητος
Ἄβουλα
ἀβουλεί
ἀβούλευτος
ἀβουλεύτως
ἀβουλέω
ἀβουλῆ
ἀβουλής
ἀβουλησία
ἀβουλητίων
ἀβούλητος
ἀβουλήτως
ἀβουλί
ἀβουλία
Ἀβουλίτης
ἄβουλος
ἀβούλως
Ἀβουμᾶ
…
ἁβός
Save
Bailly 2024
ἁβός,
ά, όν
[
ᾱ
] jeune,
Thcr.
Idyl.
5, 109
dout.
Étym.
dor.
c.
*ἡβός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}