Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀβουκόλητον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀβόλιστος
ἀβολιτίων
ἀβόλλα
Ἄβολλα
Ἀβολλαῖος
ἀβολλεῖς
ἀβόλλης
ἄβολος
Ἄβολος
ἀβόος
Ἀβοράκη
ἀβόρατος
ἀβόρβορος
ἀβορβόρωτος
Ἀβοριγῖνες
ἄβορος
Ἀβόρρας
ἇβος
ἁβός
Ἄβος
ἀβοσκής
ἀβόσκητος
ἄβοστοι
ἀβότανος
Ἄβοτις
Ἀβοτίτης
ἄβοτος
ἄβοτρυς
Ἀβουδιακόν
Ἀβουκαῖοι
ἀβουκόλητον
ἀβουκόλητος
Ἄβουλα
ἀβουλεί
ἀβούλευτος
ἀβουλεύτως
ἀβουλέω
ἀβουλῆ
ἀβουλής
ἀβουλησία
ἀβουλητίων
ἀβούλητος
ἀβουλήτως
ἀβουλί
ἀβουλία
Ἀβουλίτης
ἄβουλος
ἀβούλως
Ἀβουμᾶ
Ἀβουναία
Ἀβουνδάντιος
Ἀβουνίς
Ἄβουρ
Ἀβούρνιος
Ἄβους
ἀβουσκολεῖ
ἀβούτης
ἄβουτον
ἀβούτονον
ἅβρα
Ἄβρα
…
ἀβουκόλητον
Save
Pape
ἀβουκόλητον
, τοῦτʼ ἐμῷ φρονήματι, Aesch.
S
. 967, (ungehütet, d.i.)
unbeachtet
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}