ἀβουλεύτως Save Bailly 2024 Pape ἀ·βουλεύτως, adv. sans réflexion, Spt. 1 Macc. 5, 67. Étym. ἀ, βουλεύομαι. ἀβουλεύτως, unüberlegt, Sp., wie LXX.