Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγκυλίδιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγκομίζω
ἀγκονάριον
ἀγκονίς
ἀγκονίω
ἄγκονος
ἀγκοπάζω
ἀγκοπήνια
ἀγκοπτήρ
ἀγκορυφῶσα
ἄγκος
Ἄγκος
ἀγκοτύλη
ἀγκρ
ἀγκρεμάννυμι
ἀγκρεμάσασα
Ἀγκρίνα
ἄγκρισις
ἀγκροτέω
ἀγκρούομαι
ἄγκτειρα
ἀγκτήρ
ἀγκτηριάζω
ἀγκτηριασμός
ἀγκτηρίζω
ἀγκυλένδετος
ἀγκυλέομαι
ἀγκύλη
Ἀγκυλή
ἀγκυλητός
ἀγκύλια
ἀγκυλίδιον
ἀγκυλιδωτός
ἀγκυλίζομαι
ἀγκυλίζω
ἀγκυλίνη
ἀγκύλιον
ἀγκυλίς
ἀγκυλισταί
ἀγκυλιστής
Ἀγκυλίων
ἀγκύλλω
ἀγκυλοβλέφαρον
ἀγκυλοβλέφαρος
ἀγκυλόβουλος
ἀγκυλόγλωσσον
ἀγκυλόγλωσσος
ἀγκυλογλώχιν
ἀγκυλογνώμων
ἀγκυλόδειρος
ἀγκυλόδους
ἀγκυλοειδής
ἀγκυλόεις
ἀγκυλοκοπέω
ἀγκυλοκοπία
ἀγκυλόκυκλος
ἀγκυλόκωλος
ἀγκυλομαχία
ἀγκυλομήτης
ἀγκυλόμητις
ἀγκυλομνόν
ἀγκυλόπεζος
…
ἀγκυλίδιον
Save
DGE
ἀγκυλίδιον
-ου, τό
asita
φιάλιον ἐπ' ἀγκ[υλ]ιδίου
ID
1442B.59 (II a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}