ἀγκυλόδειρος
ἀγκυλόδειρος, crooknecked
ἀγκῠλό-δειρος, ον,
- crook-necked, Opp. H. 4.630.
de cuello arqueado
πτερόεν βοτὸν ἀγκυλόδειρον
del avestruz
ἀγκυλό·δειρος, ος, ον [ῠ] au cou recourbé, Opp. H. 4, 630.
Étym. ἀ. δειρή.
ἀγκυλόδειρος, krummhälsig, vom Strauß, Opp. H. 4.630.