ἀγκυλόμητις
ἀγκυλό-μητις, ιος, ὁ, ἡ,
- = foreg. [ἀγκυλομήτης, crooked of counsel], Nonn. D. 21.255.
astuto, taimado
ἀγκυλόμητιν κερδώ
ἀγκυλό·μητις, ιος (ὁ, ἡ) [ῠ] c. le préc. Nonn.
ἀγκυλόμητις, ὁ, ἡ, Nonn., mit krummen, listigen Planen, γυνή, λύκος.