ἀγροικώδης
ἀγροικώδης, clownish, rude
ἀγροικώδης, ες,
- clownish, rude, Sch. Il. 23.476, Aristid. Quint. 2.6.
grosero, rústico, rudo
ἀγροικώδεις ... καὶ ἠλιθίους
λοιδορία
τρόπος
βίος
ἀγροικώδης, ης, ες, rustique, A. Quint. p. 67.
Étym. ἀ. -ωδης.
ἀγροικώδης, ες, bäurisch, Sp.