ἀγροϊωτικός Save LSJ Grieks Nederlands Pape ἀγροϊωτικός, ή, όν, rustic, Alc. [added from Supp.; adjusted accent] ἀγροϊωτικός -ή -όν [ἀγροιώτης] Aeol. acc. f. ἀγροϊωτίκαν, van een boer. ἀγροϊωτικός, bäurisch Ath. VII.309c als Titel eines Mimus.