ἀγροικοπυρρώνειος
ἀγροικοπυρρώνειος, rude, coarse Pyrrhonist
ἀγροικοπυρρώνειος, ὁ,
- rude, coarse Pyrrhonist, Gal. 8.711.
partidario acérrimo de Pirrón Gal.8.711.
ἀγροικο·πυρρώνειος, ου (ὁ) grossier Pyrrhoniste, Gal. De diff. puls. 8, 711.