ἀγροκήπιον
ἀγροκήπιον, field kept as a garden (dim.)
ἀγρο-κήπιον, τό, Dim. of sq., Str. 12.3.11.
huertecillo
(ἡ πόλις) ἀγροκηπίοις κεκόσμηται πυκνοῖς
ἀγρο·κήπιον, ου (τὸ) jardin de campagne, Str. 545.
Étym. ἀγρός, κῆπος.
ἀγροκήπιον, τό, Gartenfeld, Strab. XII.545.