ἀείμνηστος
ἀείμνηστος, ever to be remembered
- had in everlasting remembrance, ἔργον A. Pers. 760; τάφος S. Aj. 1166, E. IA 1531 (lyr.), etc.; μετʼ ἀ. μαρτυρίου Th. 1.33; τρόπαια Lys. 2.20: Comp., Id. 26.4; ἅπασι ἀ. ἡ ἁμαρτία Antipho 5.79; ἀρετή Isoc. 9.4; χάριτες PLips. 35.22 (iv A. D.). Adv. -τως Aeschin. 2.180, PLond. 3.854.12 (i A. D.).
1 que nunca se olvida, de eterna memoria
τῆς ἀειμνηστῆς εἵνεκα ναυτιλίης
παρὰ ναυσὶν ἀειμνά[σ]τοις
ἔργον
τάφος
κλέος
μετ' ἀειμνήστου μαρτυρίου
τρόπαια
ἅπασι ... ἀείμνηστος ἡ τότε ἁμαρτία
ἀρετή
κῆδος
εὐκλεία
ἐλευθερία
ὄνομα
χάρις
χάριτες
αἱ εὐεργεσίαι
πόλις
ἐν τῇ πίστει τοῦ ἀειμνήστου θ(εο)ῦ καὶ σωτῆρος
• de pers.,
υἱός
γονεῖς
2 adv. -ως de manera imposible de olvidar
τὴν τῆς σωφροσύνης παράκλησιν ... ἀ. παρακέκληκα
• para la eternidad
τὰ ὀνόματα ἐνεχάραξα ... ἀειμνήτως (sic)
• Adv ., Aesch. 2.180.
- ever to be remembered, Trag., Thuc. adv. -τως, Aeschin.