ἀείναος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀεί-ναος, ον, = ἀέναος, q.v. ἀείναος v. ἀέναος. ἀεί·ναος, ος, ον, c. ἀέναος, Hdt. 1, 93, etc. || ➳ Contr. att. -νως, ως, ων, Ar. Ran. 146. Étym. ἀ. νάω. ἀείναος, immer fließend, Her. 1.93.