ἀείνως Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀείνως, ων, Att. contr. for ἀείναος, v. ἀέναος. ἀείνως v. ἀέναος. ἀείνως, v. ἀείναος. ἀείνως Att. contr. voor ἀέναος. ἀείνως, att. = ἀείναος, Ar. Ran. 146 ; γλῶσσα com. B.A. 347.