ἀείνηστις
ἀείνηστις, ever-fasting
ἀεί·νηστις, ιος (ὁ, ἡ) toujours à jeun, Anth. 9, 409.
Étym. ἀ. νῆστις.
ἀείνηστις, Antiphan. 3 (IX.109), wo der cod. περίμνηστις hat.
ἀείνηστις
- ever-fasting, Anth.