ἀείγνητος Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀεί-γνητος, ον, = ἀειγενέτης, Orph. A. 15. ἀείγνητος -η, -ον eterno Νύξ Orph.A.15. ἀεί·γνητος, ος, ον, c. ἀειγενής, Orph. Arg. 15.