ἀειφόρος
ἀει-φόρος, ον,
- = ἀειθαλής, dub. in S. Fr. 580.
siempre productivo S.Fr.580,
ὥσπερ ... πρέμνον ἀείφορον ἄγγος τὸ ἔλαιον ἔβρυσε
ἀειφόρος, stets Früchte tragend, Soph. frg. 509.