ἀθέσμιος
ἀθέσμιος, unlawful
ἀθέσμιος, ον,
- unlawful, Suid.
1 impío
ἀρχιερῆες
ἀνδρὸς ἀθέσμιον ὄμμα
λέκτρον
de una unión incestuosaΣατὰν δολομῆτα, ἀθέσμιε
2 ilegal Sud.
ἀ·θέσμιος, ος, ον, c. ἄθεσμος, Nonn. Jo. 196, 4.
ἀθέσμιος, gesetzlos, ungerecht, Nonn.