ἀκέστωρ
ἀκέστωρ, a healer, saviour
ἀκέσ-τωρ, ορος, ὁ,
- healer, saviour, Φοῖβος E. Andr. 900.
1 sanador, curador
Φοῖβος
οἶκος ἀ.
hospital
2 subst. ὁ ἀ. médico
(τὰ φάρμακα) τοῖς δ' ὑπὸ νούσου τειρομένοις ἐπάγουσιν ἀκέστορες
ἀκέστωρ, ορος (ὁ) [ᾰ] qui secourt ou sauve (Apollon) Eur. Andr. 882.
Étym. ἀκέομαι.
ἀκέστωρ, ορος, ὁ. Arzt, Retter, Phöbus, bei Eur. Andr. 882.
ἀκέστωρ
ἀκέομαι
- a healer, saviour, Eur.