ἀκμητί
adv. sin trabajo, fácilmente
ἵνα ... ἀ. κεκρατηκὼς εἴη
ἀκμητί· ἀκαματεί
διαβαίνειν
ἀκμητί, adv. sans peine, facilement, Jos. B.J. 1, 16, 2.
Étym. ἄκμητος.
ἀκμητί, mühlos, leicht, Ios u. Sp.
adv. sin trabajo, fácilmente
ἵνα ... ἀ. κεκρατηκὼς εἴη
ἀκμητί· ἀκαματεί
διαβαίνειν