ἀκναμπτεί
ἀκναμπτεί, unflinchingly
adv. inflexiblemente
κρέμασον
ἀκναμπτεί
- 1unflinchingly — ]τʼ ἀκναμπτεὶ κρέμασον[ (ἀκαμπτεί coni. Schr.) Δ. 3. 12.