Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκοΐδιον
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκμονίσκος
Ἀκμονίτης
ἀκμονόθετον
ἄκμων
Ἄκμων
ἄκναι
ἀκναμπτεί
ἄκναμπτος
ἄκναπτος
ἀκναστής
ἀκναφάριος
ἄκναφος
ἄκνημος
ἄκνησμος
ἄκνηστις
ἄκνηστον
ἄκνηστος
ἀκνίδη
ἄκνισος
ἄκνισσος
ἀκνίσσωτος
ἀκνίσωτος
ἀκοά
ἀκοάζη
ἀκοάζομαι
ἀκοαί
ἀκοαστῆρες
ἀκογγιστ-
ἀκοή
ἀκόησις
ἀκοΐδιον
ἀκοιλάντως
ἀκοίλινον
ἀκοίλιος
ἄκοιλος
Ἀκοίμητοι
ἀκοίμητος
ἀκοίμιστος
ἀκοινονόητος
ἄκοινος
ἀκοινωνησία
ἀκοινώνητος
ἀκοινωνήτως
ἀκοινωνία
ἀκοινώτητος
ἀκοίτας
ἀκοιτέω
ἀκοίτης
Ἀκοίτης
Ἀκοίτιον
Ἀκοίτιος
ἄκοιτις
ἄκοιτος
Ἄκολα
ἀκολάζω
ἀκολάκευτος
ἀκολακεύτως
ἀκόλακος
ἀκολασία
ἀκολασταίνω
ἀκολάσταμα
…
ἀκοΐδιον
Save
LSJ
DGE
ἀκοΐδιον, τό,
Dim. of ἀκοή II.3,
Gloss.
ἀκοΐδιον
-ου, τό
oreja
,
Gloss
.2.222.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}