Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκορίη
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκοντοφόρος
ἀκόντως
ἀκοός
ἄκοος
Ἀκοός
ἀκοπητί
ἀκοπία
ἀκοπιαστί
ἀκοπίαστος
ἀκοπιάστως
ἀκοπίατος
ἄκοπος
ἀκόπριστος
ἄκοπρος
ἀκοπρώδης
ἀκόπως
ἀκοπωτί
Ἀκοράβα
ἀκοράζεσθαι
ἀκοραῖος
ἀκοράστως
ἀκορεσταίνω
ἀκορέστατος
ἀκορεστία
ἀκόρεστος
ἀκορέστως
ἀκόρετος
ἀκορής
ἀκόρητος
ἀκορία
ἀκορίη
ἀκόριον
Ἄκορις
ἀκορίτης
ἀκορίτης οἶνος
ἄκορνα
ἀκορνοί
ἀκορνός
ἄκορον
ἄκορος
ἀκοροτικός
ἀκορραί
ἀκόρυφος
ἀκορύφωτος
ἀκόρωδον
ἄκος
ἀκοσκίνευτος
ἀκοσμέω
ἀκοσμήεις
ἀκόσμητος
ἀκοσμήτως
ἀκοσμία
ἀκόσμιος
ἄκοσμος
ἀκόσμως
ἀκοστάω
ἀκοστέω
ἀκοστή
ἀκοστής
ἀκόστιλα
Ἄκοστος
…
ἀκορίη
Save
Pape
ἀκορίη
, ἡ,
Unersättlichkeit
, Plut.
de san. tu
. p. 390 aus Hippocr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}