ἀκρούλιον
sent. dud., quizás orla o adorno semejante prob. a un encaje
ἄλλον μαλλωτὸν (καρακάλλιον) ... ῥούσιον ἔχον ἀ.
σκέπασμα ... ἔχον μαῦρον ἀ.
ἀκρου(λίου) διαφα(νοῦς) (οὐγκίαι) β (γράμμα) α
sent. dud., quizás orla o adorno semejante prob. a un encaje
ἄλλον μαλλωτὸν (καρακάλλιον) ... ῥούσιον ἔχον ἀ.
σκέπασμα ... ἔχον μαῦρον ἀ.
ἀκρου(λίου) διαφα(νοῦς) (οὐγκίαι) β (γράμμα) α