ἀκροστίχιον
1 acróstico, Orac.Sib.8.249, 11.17.
2 estribillo
τις τοὺς τοῦ Δαυὶδ ψαλλέτω ὕμνους, καὶ ὁ λαὸς τὰ ἀκροστίχια ὑποψαλλέτω
ἀκρο·στίχιον, ου (τὸ) [ῐχ] fin d’un vers, Sib. 8, 249, etc.
Étym. ἄ. στίχος.
ἀκροστίχιον, τό, Orac.Sib. 11.17, = ἀκρόστιχον.