ἀκρόβατος
ἀκρόβατος, walking on tiptoe
ἀκρό-βᾰτος, ον,
- walking on tiptoe, ἴχνεσιν ἀκροβάτοισιν Nonn. D. 47.235.
ἀκρό·βατος, ος, ον [βᾰ] c. ἀκροβάμων, Nonn. D. 47, 235.