ἀκροβάτης
ἀκροβάτης, acrobat
ἀκρο-βάτης, ὁ,
- acrobat, Inscr.Magn. 119; τῆς Ἀρτέμιδος BMus.Inscr. 4.481*.459 (Ephesus).
acróbata, volatinero, miembro de un gremio o cofradía relig. vinculada al templo de Ártemis Efesia
ἀκροβάται τῆς Ἀρτέμιδος
ἀ. ἐπὶ θυμιάτρου
ἱερὸς ἀ.
ὁ τόπος τρικλείνου ἱερῶν αὐλητρίδων καὶ ἀκροβατῶν