ἀλιτόμηνος
ἀλιτό-μηνος [ᾱ], ον,
- = ἠλιτόμηνος, Suid. etc.; Pythag., = ὀκτάς, Theol.Ar. 55.
ἀλιτό·μηνος, ος, ον, c. ἠλιτόμηνος, Theol. p. 55.
ἀλιτόμηνος, = ἠλιτόμηνος, Theol. arithm.