ἀλοίτης
ἀλοίτης, avenger
ἀλοίτης, ου, ὁ,
- = ἀλείτης, avenger, Emp. 10:—fem. Ἀλοῖτις, ιδος, ἡ, of Athena, Lyc. 936: but ἀλοῖτις, ἡ, = γεντιανή, Ps.-Dsc. 3.3; = μανδραγόρα ἄρρεν, Id. 4.75.
1 vengador
θάνατος
πελαργός
2
ἀλοῖται· κοιναὶ ἁμαρτωλαί, ποιναί
ἀλοίτης, ου (ὁ) [ᾰ] éol. c. ἀλείτης, Empéd. (Plut. M. 113b).
ἀλοίτης, ὁ, äol. = ἀλείτης, Empedocl. p. 478. Bei Lycophr. 136 auch ἀλοιτός.