About Report a problem

Menu

ἀλοίτης

ἀλοίτης, avenger

ἀλοίτης, ου, ὁ,
  • = ἀλείτης, avenger, Emp. 10:—fem. Ἀλοῖτις, ιδος, ἡ, of Athena, Lyc. 936: but ἀλοῖτις, ἡ, = γεντιανή, Ps.-Dsc. 3.3; = μανδραγόρα ἄρρεν, Id. 4.75.

Saved

Recent