ἀλοιφαῖος
ἀλοιφαῖος, for anointing
ἀλοιφ-αῖος, α, ον,
- for anointing, Lyc. 579.
untuoso
λίπος
ἀλοιφαῖος, α, ον [ᾰ] qui sert à graisser, Lyc. 579.
Étym. ἀλοιφή.
ἀλοιφαῖος, zum Salben, λίπος Lycophr. 579.