ἀλωπεκίασις
ἀλωπεκ-ίασις, εως, ἡ,
- = ἀλωπεκία I, Gal. 6.244.
medic. alopecia Gal.6.244.
ἀλωπεκίασις, εως (ἡ) [ᾰλ] c. ἀλωπεκία, Gal. 6, 118.
Étym. ἀλωπεκιάω.
ἀλωπεκίασις, ἡ, die unter ἀλωπεκία erwähnte Krankheit, Galen.