ἀλωπεκώδης
ἀλωπεκώδης, fox-like, sly
ἀλωπεκ-ώδης, ες,
- fox-like, sly, Hsch., EM 75.5.
astuto Hsch.s.u.
ἀλωπεκώδης, ες, fuchsartig, VLL, πανοῦργος.
ἀλωπεκώδης, fox-like, sly
astuto Hsch.s.u.