ἀμάθητος
ἀμάθ-ητος, ον,
- = ἀμαθής, Phryn.Com. 8; ἀ. γραμμάτων Procop. Arc. 6.
ignorante Phryn.Com.8,
γραμμάτων ἁπάντων
analfabeto
ἀ·μάθητος, ος, ον [ᾰᾰ] ignorant de, gén. Phryn. com. 2-1, 583, 3 Mein.
Étym. ἀ, μανθάνω.
ἀμάθητος, Sp., = ἀμαθής, Phryn. com. B.A. 79 ; γραμμάτων Suid.