Ἀμάθεια
Ἀμάθεια, Amathea
Ἀμάθεια, ας (ἡ) [ᾰμᾰ] Amatheia, Néréide, Il. 18, 48.
Ἀμάθεια
- (ὲϋπλόκαμος).
- A Nereid Il. 18.48.
Ἀμάθεια : a Nereid, Il. 18.48†.
Ἀμάθεια, Amathea