ἀμειβώ Save ἀμειβώ, > ἀμοιβή LSJ DGE ἀμειβώ, οῦς, ἡ, = ἀμοιβή, Eust. 1471.30. ἀμειβώ -οῦς, ἡ cambio Eust.1471.30.