ἀμειδίατος Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀμειδ-ίᾱτος, ον, = foreg., D.Chr. 4.92 (v.l. -ίαστος). ἀμειδίατος -ον no sonriente D.Chr.4.92. ἀ·μειδίατος, ος, ον [ᾱτ] c. le préc. D. Chr. 1, 169. Étym. ἀ, μειδιάω.