ἀμέθυσον
ἀμέθῠσον, τό,
- = ἀμέθυστος II.1, Dsc. 1.123 (s. v.l.).
- II = ἀμέθυστος II.2, Thphr. Lap. 30, Hld. 5.13; ἀμέθυσος, ἡ, v.l. in J. AJ 3.7.5; cf. Hsch.
amatista
καὶ ἡ κρύσταλλος καὶ τὸ ἀ., ἄμφω δὲ διαφανῆ
τὸ δ' ἀ. οἰνωπὸν τῇ χρόᾳ