ἀμειαγώγητος Save DGE Bailly 2024 ἀμειαγώγητος -ον fig. no pesado, todo entero χρῆμα πᾶν Synes.Ep.4. ἀ·μειαγώγητος, ος, ον [ᾰγ] non pesé, Syn. Ep. 10, 170c. Étym. ἀ, μειαγωγέω.