ἀμηχανοεργός
ἀμηχανοεργός, unfit for work
ἀμηχᾰνο-εργός, όν,
- unfit for work, Hes. Fr. 198.
incapaz de trabajar
γένος οὐτιδανῶν Σατύρων καὶ ἀμηχανοεργῶν
ἀμηχανο·εργός, ός, όν [χᾰ] incapable de travail, Hés. fr. 13 Gaisford.
Étym. ἀμήχανος, ἔργον.